Register to follow

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Πάνος Τζαβέλας


Ένα μικρό αφιέρωμα…

Ο Πάνος Τζαβέλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη. Έφηβο τον βρήκε ο πόλεμος του ’40 και οργανώνεται στην ΕΠΟΝ. Βγαίνει στο βουνό, εντάσσεται με τον ΕΛΑΣ και αργότερα με τον Δημοκρατικό Στρατό.

Στο βουνό τραυματίζεται και ακρωτηριάζεται το δεξί του πόδι. Συλλαμβάνεται και ξεκινά ο δρόμος για τις φυλακές. Μετά από δίκες καταδικάζεται τρεις φορές σε θάνατο. Το 1958, αρρωσταίνει βαριά και το 1961 με τη βοήθεια του ΚΚΕ φεύγει στην Σοβιετική Ένωση για θεραπεία. Εκεί νοσηλεύεται τρία χρόνια και θεραπεύεται από την ασθένεια που υπέστη στις φυλακές. Παράλληλα εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική.

Επιστρέφει το 1965 στην Ελλάδα και ξεκινά την πρώτη του καλλιτεχνική δουλειά σε μπουάτ της Πλάκας, δυστυχώς όμως όχι για πολύ, μια και η δικτατορία του 1967 κλείνει τις μπουάτ και ο Τζαβέλας βρίσκεται ξανά στη φυλακή, κατηγορούμενος για αγώνα και παράνομη δράση ενάντια στη Χούντα.

Το 1971 αποφυλακίζεται με το νόμο «Μη θεραπεύσιμης ασθένειας». Έχοντας μαζέψει το υλικό απ’ όλα τα Αντιστασιακά τραγούδια, αλλά και με δικές του συνθέσεις, στήνει στην Πλάκα Το Αντάρτικο Λημέρι. Γράφει κάπου στο βιβλίο του, ANTAPTO-ROCK: «Τι είναι τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944; Είναι η καλλιτεχνική έκφραση του Έπους της Εθνικής Αντίστασης. Είναι η φωνή, του λαού μας σε μια κρίσιμη και δραματική ώρα της πατρίδας μας. Είναι ο καθρέφτης της λαϊκής ψυχής, είναι οι πόθοι και τα όνειρά του, είναι η κλαγγή των όπλων, βροντή κι αστροπελέκι, είναι κάλεσμα για μάχη, είναι η ψυχή του αγώνα».

Η πτώση της Χούντας το 1974 βρίσκει τον Τζαβέλα στη μπουάτ Λήδρα, που ελεύθερος πια μαζί με τη σύντροφο στη ζωή και το τραγούδι, Νατάσα Παπαδοπούλου και την ορχήστρα του συνεχίζει να τραγουδά τα τραγούδια του και έτσι αρχίζει και η πρώτη του δισκογραφική δραστηριότητα όπως ο πρώτος του δίσκος ζωντανά γραμμένος, «Τα τραγούδια από το Αντάρτικο Λημέρι». Τα τραγούδια του και από τους επόμενους οκτώ δίσκους του, ζωντανεύουν και μέσα από συναυλίες, που δίνονται σε ανοικτά γήπεδα και πανεπιστήμια σ’ όλη την Ελλάδα, αλλά και το εξωτερικό, όπως στη Γερμανία, Σουηδία κ.α.

Εκεί αρχίζει και η καλλιτεχνική του παρουσίαση από ξένες τηλεοράσεις, όπως η Βουλγαρική, Γερμανική, Σουηδική.

Και φυσικά και στην Ελληνική τηλεόραση, που ζωντανεύει ακόμα και σήμερα τραγούδια του συνθέτη-στιχουργού, τα οποία μιλάνε μέσα από τα προβλήματα των καιρών μας.

Ο Ελληνικός αλλά και ο ξένος Τύπος αναφέρεται στον Αγωνιστή τραγουδοποιό, Πάνο Τζαβέλλα, φτάνοντας ακόμη και στην Κίνα να μεταφράζεται το πολύ γνωστό και αγαπημένο σε όλους μας τραγούδι, «Κυρ-Παντελής».

Στη δεκαετία του ’80, ο Πάνος Τζαβέλας βρίσκεται στην καρδιά της Αθήνας, στα Εξάρχεια, όπου εκεί είναι συγκεντρωμένα τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, πανεπιστήμια, Ακαδημίες, Πολυτεχνείο, κέντρο δηλαδή, του φοιτητικού και προοδευτικού επαναστατικού κινήματος.

Η καλλιτεχνική του πορεία συνεχίστηκε μέχρι και πριν λίγα χρόνια σε διάφορες μουσικές σκηνές της Αθήνας και του Πειραιά.

Ο Πάνος Τζαβέλας, μετά από την τελευταία του μάχη που έδωσε με την επάρατο νόσο στο Νοσοκομείο Ερυθρός, όπου και νοσηλευόταν τους τελευταίους μήνες, έφυγε από τη ζωή στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Όμως κάποιοι Άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ! Έτσι κι ο Πάνος Τζαβέλας θα μείνει Αθάνατος. Για να μας υποδεικνύει με την αγωνιστική και μουσική του κληρονομιά που μας άφησε ότι ο συμβιβασμός και το βόλεμα γεννά τους εκάστοτε «κυρ- Παντελήδες», που στο χέρι μας είναι να «τους θάψουμε βαθειά στα σπαρτά», πριν προλάβουν να κοπρίσουν αυτά, για τα οποία αυτός και χιλιάδες αγωνιστές στη Γη, ακρωτηριάστηκαν για να τα κρατήσουν ζωντανά. Πανανθρώπινα ιδανικά και αξίες για την Ελευθερία, την Πατρίδα, τον Άνθρωπο, τον Πολιτισμό.


Ο κυρ-Παντελής

Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας
Μουσική: Πάνος Τζαβέλας

Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή, 
έχεις κατάστημα κάπου στη γη.
Πουλάς εμπόρευμα, βγάζεις λεφτά
πολλά λεφτά, πολλά λεφτά.

Τις Κυριακές πρωί στην εκκλησιά
σταυροκοπιέσαι στην Παναγιά.

Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή, 
έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί, 
μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη TV, 
τρως τροφή πνευματική.

Μακριά από κόμματα μην βρεις μπελά, 
«Πατρίς, θρησκεία και φαμελιά».

Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή, 
τι κι αν πεθαίνουνε πάνω στη γη
χιλιάδες άνθρωποι χωρίς ψωμί, 
μαύροι, λευκοί ή κίτρινοι;

Ο γιος σου μοναχά να ’ναι καλά
ν’ αφήσεις τ’ όνομα και τον παρά.

Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή, 
σκεύρωσες, σάπισες στο μαγαζί.
Τη νιότη ξόδεψες και την ορμή
για τη δραχμή, για το πετσί.

Δίπλα σου τ’ όνειρο, η ζωή και το φως
μα εσύ στο κουφάρι σου κλεισμένος εντός.

Ξέρεις πως δώσανε, κυρ Παντελή, 
άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή
να γίνει τ’ όνειρο φέτα ψωμί
να φας κι εσύ, κυρ Παντελή;

Κι εσύ τι έδωσες, κυρ Παντελή;
Πες μας τι έκανες σ’ αυτή τη γη.
Πες μας τι άφησες κληρονομιά
που να εμπνέει τη νέα γενιά.

Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή, 
έντρομε, άβουλε, συ φασουλή, 
βρώμισες τ’ όνειρο και την ψυχή, 
άδειο πετσί χωρίς πνοή.

Έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά, 
θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά
κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή
σκουλήκι άχρηστο σ’ αυτή τη γη.



Ξυπνήστε

Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας
Μουσική: Πάνος Τζαβέλας

Φυσά στις στέγες του ντουνιά
με σηκωμένο το γιακά
πικρός διαβάτης περπατά
κλαίει, γελά, παραμιλά
Πώς μας τη φτιάξαν τη ζωή
μίση πολέμοι και καπνοί
βρωμίζει ο φασισμός τη γη
σαν κότες σφάζονται οι λαοί
κι εμείς στον ύπνο το βαθύ

Φτιασιδωμένη η ψευτιά
γυρνά στους δρόμους και γελά
μπουτίκ, βολάν και ξιπασιά
Προπό, λαχεία, διαφθορά
Κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί
κι άλλοι πουλάν μισοτιμής
πατρίδα λευτεριά τιμή
αρκεί να πιάσουν την καλή
να γίνουν υπουργοί

Ήμασταν ζωντανοί νεκροί
μας δίνανε μ’ ανταλλαγή
τη μπόμπα την ατομική
Το Ισραήλ για να σωθεί
ακόμα ο στόλος ναυλοχεί
γεμάτη πόρνες η ακτή
κι αν φύγανε οι Γερμανοί
ήρθαν οι Αμερικανοί
καινούρια πάλι κατοχή

Η CIA βαρά νταγερέ
χόρευε νάιλον υπουργέ
σαν καραγκιόζης στο μπερντέ
κι εσύ να κλαις πικρέ λαέ
κι ο Βάρναλης μας το ’χε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
στης Χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι
ποτέ ο λαός να μην ξυπνήσει

Γλυκοχαράζει στα βουνά
μοσχοβολούν τα γιασεμιά
τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά
γελά η θάλασσα πλατιά
κι εμείς οικόπεδα και Ι.Χ
ψυγεία έπιπλα TV
κουτόχορτο με πληρωμή
και δίπλα φεύγει η ζωή

Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απ’ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή
γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας

Τα πρόβατα


Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας
Μουσική: Πάνος Τζαβέλας


Δεν ξαναπαίζω τον παπά μ’ αυτούς τους παπατζήδες 
Να μου τα παίρνουνε χοντρά οι παληομπαταχτσήδες 

Ροβόλατα ροβόλατα τα πράσινα τα πρόβατα με τα γαλάζια χρώματα 

Σε σταύλο δεν θα ξαναμπώ μαζί με το κοπάδι 
Να μα ταΐζουνε σανό Ρηγίλης και Εκάλη 

Σαλάγατα τα πρόβατα μα τα γαλάζια χρώματα τα πράσινα μπαλώματα 

Το ζαχαρένιο γέλιο σου και το κομψό σαμάρι 
Αντώνη με στενεύουνε μου γδέρνουν το τομάρι 

Έλληνα ευκολόπιστε και πάντα προδωμένε 
Βγάλε τις παρωπίδες σου ξύπνα βρε γαμημένε

Θεέ μου να τους έδενες τους άτιμους τους Έλληνες 
Και τότε να τους έλυνες σαν ξαναγίνουν Έλληνες 

Απ’ τα μπαλκόνια μπλα μπλα μπλα μα μόλις κυβερνήσουν 
Κλεψιές ρουσφέτια σκάνδαλα και πριν μας γονατίσουν

Πετάξτε τους πετάξτε τους μες τα σκουπίδια θάψτε τους 
Και σαν σκουπίδια κάψτε τους και πάλι ξαναθάψτε τους 




ΠΗΓΗ: www.panostzavellas.gr/

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

«Και για σένα πεθαίνω, ηλίθιε!»


Του
Νίκου Μπογιόπουλου
(Από τον «enikos.gr»)


Προχτές συμπληρώθηκαν 46 χρόνια από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν - τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα...

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα - Μάριο Τεράν - ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του», ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Θυμηθείτε, λοιπόν, τον Μάριο Τεράν. Και δίπλα σε αυτόν, θυμηθείτε κι εκείνον τον ναζί εκτελεστή. Η ιστορία έρχεται από τα παλιά και μας την διηγήθηκε πριν από χρόνια ένας αγαπημένος συνάδελφος και φίλος, ο Γιώργος Μουσγάς που την είχε ξετρυπώσει  από αναγνώσματα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων:

Ήταν μέρες Κατοχής. Στη Γαλλία. Στον τόπο της εκτέλεσης, λίγο πριν δοθεί το παράγγελμα στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο ναζί εκτελεστής γυρίζει υπεροπτικά στον μελλοθάνατο Γάλλο αντιφασίστα και τον ρωτά: «Τι έχεις να πεις που δε θα δεις ποτέ τις ιδέες σου να πραγματώνονται;». Ο αντιφασίστας, με απόλυτο έλεγχο του εαυτού του, με απόλυτη συνείδηση της αξίας της θυσίας του, απαντά: «Και για σένα  πεθαίνω, ηλίθιε»!
Είναι αληθινή η ιστορία; Δεν ξέρω. Αλλά τί σημασία έχει;…

Όχι λίγες φορές, επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ού αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα -  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» - την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή (όπως περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο στη μνήμη του Τσε που εκφωνήθηκε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967) επέδρασε σημαντικά «η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (...). Άνθρωποι σαν κι αυτόν - συνέχισε ο Κάστρο - είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (...)»

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.
Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» - έλεγε ο Σαρτρ - είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε  συνεχίζει να ζει».
Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του. Ενα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό. Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Ολα αυτά μαζί μπορεί να συνθέτουν τον «μύθο» του Τσε, αλλά δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Στην πραγματικότητα, τίποτα δε θα μπορούσε να κρατήσει «ζωντανό» τον Τσε, αν δεν παρέμεναν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «γέννησαν». Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση. Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια: «Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε. Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός». Γιατί «ο άνθρωπος - έλεγε ο Τσε- πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:
«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,
Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ' έχουν ξεχάσει. Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (…). Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να 'στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ' οποιονδήποτε, σ' οποιαδήποτε χώρα του κόσμου(…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.
Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ' τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967, ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα, περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα. Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν. Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Εκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.